Ένα Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι!

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΩΝ

Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους, για να κάθονται ήσυχα, ότι κάθε νύχτα τις ημέρες των Χριστουγέννων στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούσαν οι καλικάντζαροι.

Μα τι είναι αυτοί οι καλικάντζαροι?

Όπως, λοιπόν, έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες, ήταν αερικά ξωτικά. Τους φαντάζονταν σαν κάτι μαυριδερά, ψηλά και κοκαλιάρικα όντα, κάτι μεταξύ ζώου και ανθρώπου και που συνέχεια, όλη την ώρα, χοροπηδούσαν, γκρινιάζοντας, φωνάζοντας και τραγουδώντας.

Όλο το χρόνο βρίσκονταν κάτω από τη γη, στον κάτω κόσμο και ζήλευαν τον απάνω κόσμο.

Γι΄ αυτό, λοιπόν, άλλοι με πριόνια, άλλοι με τσεκούρια και άλλοι με μπαλτάδες έβαζαν όλη τη δύναμή τους να κόψουν τους στύλους, που σε αυτούς  στηριζόταν η γη και να την κάνουνε να πέσει.

Όταν έφτανε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , από φόβο να μη βουλιάξει η γη και τους πλακώσει, έφευγαν και ανέβαιναν στον απάνω κόσμο, στη γη, για να τυραννήσουν τους ανθρώπους που θα έβρισκαν μπροστά τους.

Έτσι, λοιπόν, οι καλικάντζαροι τις μέρες των Χριστουγέννων γύριζαν στους δρόμους, ανέβαιναν στα κεραμίδια και καμιά φορά, όπως λέγανε, έμπαιναν από την καμινάδα του τζακιού σε σπίτια που δεν είχαν θυμιατίσει οι νοικοκυραίοι τους.

Γι΄αυτό, για καλό και για κακό, εκείνες τις μέρες φροντίζανε να φράξουν τις τρύπες των τζακιών με πανιά. Ακόμα καίγανε λιβάνι με θυμιατό κοντά στο τζάκι, γιατί οι καλικάντζαροι δεν άντεχαν αυτή τη μυρωδιά.

Λέγανε, μάλιστα, πως μία γυναίκα, αφού ετοίμασε τα γλυκά της, βασιλόπιτες, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, είδε από το παράθυρο ότι  ξημέρωσε.

Όμως είχε γελαστεί από το φεγγάρι, γιατί όπως λένε: «του Γενάρη το φεγγάρι παραλίγο να είναι μέρα…».

Έτρεξε, λοιπόν, αυτή η γυναίκα και ξύπνησε τα παιδιά της για να τα στείλει με τα γλυκά για ψήσιμο στο φούρνο. Τα παιδιά σηκώθηκαν πρόθυμα, πήρε το καθένα από ένα ταψί και ξεκίνησαν για το φούρνο.

Όμως η αυγή αργούσε να έρθει και ξαφνικά μέσα από τα κοντινά στενά ακούστηκαν αγριοφωνάρες και δυνατά γέλια. Σε ελάχιστο χρόνο ο δρόμος γέμισε καλικαντζαράκια.

Άρπαξαν τα παιδιά, τους πετάξανε ό,τι κρατούσαν και άρχισαν ένα τρελό χορό χτυπώντας τα ταψιά και φωνάζοντας: «Ω! …στραβά ταψιά, με ψεύτικα ψωμιά, άλλα με τα άσχημα, πηδάτε βρε μπαγάσικα…».

Την ώρα που λάλησε ο πρώτος πετεινός, εξαντλημένα τα καλικαντζαράκια αφήσανε τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού και αρχίσανε να φεύγουν τρέχοντας με στριγκλιές και γέλια, βγάζοντας έξω τις γλώσσες τους που ήταν κατακόκκινες σαν τις γλώσσες της φωτιάς και κουνούσαν τις ουρές τους εδώ κ΄εκεί…

Όμως ξημέρωσε και βγήκαν οι άνθρωποι να πάνε στις δουλειές τους, βρήκαν στο δρόμο τα τρία παιδιά μισολιπόθυμα, χωρίς να έχουν δυνάμεις να σηκωθούν. Τα κουνήσανε, τα ραντίσανε με αγιασμό και όταν συνήλθαν, διηγήθηκαν τι τους είχαν κάνει τα καλικαντζαράκια.

Αυτά λέγανε οι παλιοί για τους καλικάντζαρους και όλοι φοβόντουσαν να βγουν έξω από τα σπίτια τους πριν ξημερώσει, όλες τις νύχτες των εορτών.

Δεν πιστεύω εσείς να φοβηθήκατε … ,γιατί όλα αυτά είναι ωραία παραμυθάκια του παλιού καιρού!!!

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!!!


*Εσάς τι ιστορίες σας έλεγε η γιαγιάκα σας; Πατήστε πάνω στο γενικό τίτλο του άρθρου και σχολιάστε το παραμύθι που μόλις διαβάσατε ή μοιραστείτε το δικό σας παραμύθι μαζί μας!